Καλυψώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Καλυψώ < αρχαία ελληνική Καλυψώ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.liˈpsɔ/

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Καλυψώ θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός
Ονομαστική ἡ Καλυψώ
Γενική τῆς Καλυψοῦς
Δοτική τῇ Καλυψοῖ
Αιτιατική τὴν Καλυψώ
Κλητική (ὦ) Καλυψοῖ

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Καλυψώ < καλύπτρα → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Καλυψώ θηλυκό, μόνο στον ενικό
  1. γυναικείο όνομα
  2. (μυθολογία) νύμφη, κόρη του Άτλαντα και της Πληιόνης, ή του Ωκεανού και της Τηθύος, ή του Ηλίου και της Περσηίδας, αδελφή της Κίρκης που κατοικούσε στην νήσο Ὠγυγία

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • αναφέρεται στην Οδύσσεια, (α-14), προσπαθώντας να κρατήσει για πάντα κοντά της τον Οδυσσέα τον οποίο τελικά άφησε να φύγει κατόπιν παρέμβασης των θεών και μετά από επτά χρόνια κράτησης - κάλυψης, από την μανία του Ποσειδώνα, που ίσως εξ αυτού και το όνομά της.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]