Καμποχώριον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | Καμποχώριον | τὰ | Καμποχώρια | ||||
| γενική | τοῦ | Καμποχωρίου | τῶν | Καμποχωρίων | ||||
| δοτική | τῷ | Καμποχωρίῳ | τοῖς | Καμποχωρίοις | ||||
| αιτιατική | τὸ | Καμποχώριον | τὰ | Καμποχώρια | ||||
| κλητική ὦ! | Καμποχώριον | Καμποχώρια | ||||||
| Συνήθως στον ενικό | ||||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Καμποχώριον < → δείτε τη λέξη Καμποχώρι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kam.boˈxo.ɾi.on/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Κα‐μπο‐χώ‐ρι‐ον
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καμποχώριον ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- → δείτε τη λέξη Καμποχώρι