Κανακάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Κανακάρης Κανακάρηδες
γενική Κανακάρη Κανακάρηδων
αιτιατική Κανακάρη Κανακάρηδες
κλητική Κανακάρη Κανακάρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Κανακάρης < + -άρης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Κανακάρης αρσενικό