Κανναβού
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κανναβού < γενική ενικού του αρσενικού Κάνναβος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κανναβού θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Κάνναβος)
Κανναβού θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Κάνναβος)