Μετάβαση στο περιεχόμενο

Καπαρέλλι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Καπαρέλλι τα Καπαρέλλια
      γενική του Καπαρελλίου των Καπαρελλίων
    αιτιατική το Καπαρέλλι τα Καπαρέλλια
     κλητική Καπαρέλλι Καπαρέλλια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «μίλι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Καπαρέλλι < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.paˈɾe.li/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Καπαρέλλι

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Καπαρέλλι ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]