Καπαρέλλιον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | Καπαρέλλιον | τὰ | Καπαρέλλια | ||||
| γενική | τοῦ | Καπαρελλίου | τῶν | Καπαρελλίων | ||||
| δοτική | τῷ | Καπαρελλίῳ | τοῖς | Καπαρελλίοις | ||||
| αιτιατική | τὸ | Καπαρέλλιον | τὰ | Καπαρέλλια | ||||
| κλητική ὦ! | Καπαρέλλιον | Καπαρέλλια | ||||||
| Συνήθως στον ενικό | ||||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Καπαρέλλιον < → δείτε τη λέξη Καπαρέλλι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.paˈɾe.li.on/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Κα‐πα‐ρέλ‐λι‐ον
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καπαρέλλιον ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) χωριό της Βοιωτίας
- → δείτε τη λέξη Καπαρέλλι