Καπατσούλιας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Καπατσούλιας | οι | Καπατσούλιες & Καπατσουλιέηδες |
| γενική | του | Καπατσούλια | των | — Καπατσουλιέηδων |
| αιτιατική | τον | Καπατσούλια | τους | Καπατσούλιες & Καπατσουλιέηδες |
| κλητική | Καπατσούλια | Καπατσούλιες & Καπατσουλιέηδες | ||
| Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη. Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Καπατσούλιας < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καπατσούλιας αρσενικό (θηλυκό Καπατσούλια)