Καπράνα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Καπράνα < γενική ενικού του αρσενικού Καπράνας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καπράνα θηλυκό (αρσενικό Καπράνας)
Καπράνα θηλυκό (αρσενικό Καπράνας)