Καρία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Καρία | ||
| γενική | της | Καρίας | ||
| αιτιατική | την | Καρία | ||
| κλητική | Καρία | |||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Καρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Καρία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kaˈɾi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Κα‐ρί‐α
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καρία θηλυκό, μόνο στον ενικό
- αρχαία χώρα στη Μικρά Ασία
- ※ Και για τον ίδιο τον Νείλο άλλωστε πίστευαν οι αρχαίοι ότι αποτελούσε απόληξη του Ευφράτη, που εξαφανιζόταν σε ένα έλος κι ύστερα εμφανιζόταν πάνω από την Αιθιοπία. Μα και για τον Μαίανδρο ποταμό, ανάλογη ήταν η κοινή δοξασία: περνώντας τη Φρυγία και την Καρία, έβγαινε στη θάλασσα της Μιλήτου. Από εκεί, διασχίζοντας υποθαλάσσια το Αιγαίο έβγαινε στην Πελοπόννησο με τη μορφή και το όνομα του Ασωπού: «Ες Πελοπόννησον έρχεσθαι και ποιείν τον Ασωπόν».
- Παντελής Μπουκάλας, Ο Νείλος, ο Ινωπός ποταμός και ο Σήφης, Η Καθημερινή, 5 Απριλίου 2015
- ※ Και για τον ίδιο τον Νείλο άλλωστε πίστευαν οι αρχαίοι ότι αποτελούσε απόληξη του Ευφράτη, που εξαφανιζόταν σε ένα έλος κι ύστερα εμφανιζόταν πάνω από την Αιθιοπία. Μα και για τον Μαίανδρο ποταμό, ανάλογη ήταν η κοινή δοξασία: περνώντας τη Φρυγία και την Καρία, έβγαινε στη θάλασσα της Μιλήτου. Από εκεί, διασχίζοντας υποθαλάσσια το Αιγαίο έβγαινε στην Πελοπόννησο με τη μορφή και το όνομα του Ασωπού: «Ες Πελοπόννησον έρχεσθαι και ποιείν τον Ασωπόν».
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Καρία στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Καρία
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| Κᾰρῐᾱ- | |||||
| ονομαστική | ἡ | Καρίᾱ | αἱ | Καρίαι | |
| γενική | τῆς | Καρίᾱς | τῶν | Καριῶν | |
| δοτική | τῇ | Καρίᾳ | ταῖς | Καρίαις | |
| αιτιατική | τὴν | Καρίᾱν | τὰς | Καρίᾱς | |
| κλητική ὦ! | Καρίᾱ | Καρίαι | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | Καρίᾱ | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | Καρίαιν | |||
| Ο τόπος, στον ενικό. Το γυναικείο όνομα, και στον πληθυντικό. | |||||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Καρία < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καρία θηλυκό
- (στον ενικό) χώρα της Μικράς Ασίας, η Καρία
- (ελληνιστική κοινή) γυναικείο όνομα
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]Καρία
- ονομαστική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του Κάριος
Πηγές
[επεξεργασία]- Καρία - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- Καρία@LGPN - Lexicon of Greek Personal Names online [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) ονομάτων] (στα αγγλικά), εκδόσεις από το 1972, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια - τοπωνύμια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων - τοπωνύμια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Ιστορικές χώρες της Μικράς Ασίας (νέα ελληνικά)
- Ιστορικές χώρες (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Μικράς Ασίας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (αρχαία ελληνικά)
- Χώρες της Μικράς Ασίας (αρχαία ελληνικά)
- Χώρες (αρχαία ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Μικράς Ασίας (αρχαία ελληνικά)
- Τοπωνύμια (αρχαία ελληνικά)
- Γυναικεία ονόματα (ελληνιστική κοινή)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)