Καραβουσάνος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Καραβουσάνος < Καραβουσιάνος < μεσαιωνική ελληνική καραβισιάνος[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.ɾa.vuˈsa.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Κα‐ρα‐βου‐σά‐νος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καραβουσάνος αρσενικό (θηλυκό Καραβουσάνου)
Μεταγραφές
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Εμμανουήλ Π. Καλλίγερος (2002), Κυθηραϊκά επώνυμα. Ιστορική, γεωγραφική και γλωσσική προσέγγιση, Αθήνα: Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών.