Καρμοκόλιας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Καρμοκόλιας | οι | Καρμοκόλιες & Καρμοκολιέηδες |
| γενική | του | Καρμοκόλια | των | — Καρμοκολιέηδων |
| αιτιατική | τον | Καρμοκόλια | τους | Καρμοκόλιες & Καρμοκολιέηδες |
| κλητική | Καρμοκόλια | Καρμοκόλιες & Καρμοκολιέηδες | ||
| Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη. Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Καρμοκόλιας < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καρμοκόλιας αρσενικό (θηλυκό Καρμοκόλια)