Κασμιρλή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κασμιρλή < γενική ενικού του αρσενικού Κασμιρλής
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κασμιρλή θηλυκό (αρσενικό Κασμιρλής)
Κασμιρλή θηλυκό (αρσενικό Κασμιρλής)