Καστελλόριζο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Καστελλόριζο τα Καστελλόριζα
      γενική του Καστελλορίζου
& Καστελλόριζου
των Καστελλορίζων
& Καστελλόριζων
    αιτιατική το Καστελλόριζο τα Καστελλόριζα
     κλητική Καστελλόριζο Καστελλόριζα
Συνήθως στον ενικό.
όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Καστελλόριζο < ιταλική castello[1] rosso[2]

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Καστελλόριζο ουδέτερο, μόνο στον ενικό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]