Μετάβαση στο περιεχόμενο

Καστρενού

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Καστρενού < γενική ενικού του αρσενικού Καστρένος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Καστρενού θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Καστρένος)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]