Κατασκήνωση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Κατασκήνωση | οι | Κατασκηνώσεις |
| γενική | της | Κατασκήνωσης* | των | Κατασκηνώσεων |
| αιτιατική | την | Κατασκήνωση | τις | Κατασκηνώσεις |
| κλητική | Κατασκήνωση | Κατασκηνώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, Κατασκηνώσεως Συνήθως στον ενικό | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κατασκήνωση < κατασκήνωση
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.taˈsci.no.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Κα‐τα‐σκή‐νω‐ση
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κατασκήνωση θηλυκό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Κατασκήνωση
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Οικισμοί της Βοιωτίας (νέα ελληνικά)
- Οικισμοί (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Βοιωτίας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)