Κατηγορία:Λέξεις της καθαρεύουσας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Για μορφοποίηση: Μεταφορά σε πολυτονικό όλων των λέξεων της καθαρεύουσας και αναφορά τους σε σελίδες της κοινής νεοελληνικής. Sarri.greek 14:16, 7 Αυγούστου 2020 (UTC) .


Δείτε επίσης: Κατηγορία:Καθαρεύουσα

Μεταφέρονται όλα, σε λήμμα αρχαίο ή ελληνιστικό ή αμιγώς καθαρεύουσα


ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ: Ξαναγίνονται σε πολυτονικό τα εξής: (αρχαία ή ελληνιστικά ή αμιγώς καθαρεύουσα) (Το αρχικό ρ με ῥ)

  • εβδομήκοντα

εδραίωσις έδρανον εδώλιον εθελοντικώς εθιμοτυπικώς εθνεγερτήριον εθνογραφικώς εθνολογικώς εθνομάρτυς εικονικότης εικονικώς εικονογραφικώς εικοσιτετράωρον ειλητάριον ειλικρινώς εισιτήριον εισόρμησις εισπνευστήρ εισπράκτωρ είσπραξις εισχώρησις εκατόλιτρον εκατοντάδραχμον εκατονταετηρίς εκατοντάς εκατοστόμετρον εκατόφυλλον εκβάθυνσις εκβαρβάρωσις εκβίασις εκβιομηχάνισις εκβλάστησις εκγλύφανον εκγύμνασις εκδάσωσις εκδήλως εκδήλωσις εκδίκησις εκδίωξις έκδοσις εκδούλευσις έκδοχον έκδυσις εκζήτησις εκθεμελίωσις έκθεσις εκθέτις εκθήλυνσις έκθλιψις εκθρόνισις εκκαθάρισις εκκαθαριστικώς εκκεντρικότης εκκεντρικώς εκκεντρότης εκκίνησις έκκλησις εκκοκκιστήριον εκκόλαψις εκκρεμότης έκκρισις εκλαΐκευσις εκλαμπρότης έκλειψις εκλεκτικότης εκλέκτωρ εκλεξιμότης εκλέπτυνσις εκλογιμότης εκλογοδικείον έκλυσις εκμάθησις εκμετάλλευσις εκμηδένισις εκμίσθωσις εκμυστηρευτικώς εκνευριστικώς εκνόμως εκουσίως εκπαίδευσις εκπαιδευτήριον εκπαραθύρωσις εκπαρθένευσις εκπληκτικώς έκπληξις εκπλήρωσις εκποίησις εκπολιτιστικώς εκπόνησις εκπόρευσις εκπόρθησις εκπόρνευσις εκπροθέσμως εκπροσώπησις έκπτωσις εκπυρσοκρότησις εκπώμαστρον εκρηκτικότης εκρηκτικώς έκρηξις εκρίζωσις εκσκαφεύς εκσλαυισμός εκσπερμάτωσις έκστασις εκστατικώς εκστόμισις εκσφενδόνισις εκταμίευσις εκτάριον εκτέλεσις εκτελώνισις εκτίμησις εκτίναξις έκτισις εκτόξευσις εκτόπισις εκτράχυνσις εκτροφείον εκτροχίασις εκτρωματικώς έκτρωσις εκτύλιξις εκτύπωσις έκφανσις εκφόβησις εκφόρτωσις έκφρασις εκφραστικώς εκφύλισις εκφώνησις εκχείλισις εκχέρσωσις εκχύλισις εκχύμωσις έκχυσις εκχωμάτωσις εκχώρησις ελαιών έλασις ελασματοποίησις ελαστικότης ελαττωματικότης ελαττωματικώς ελάττωσις ελαφρότης ελάφρυνσις ελαφρώς ελαχιστοποίησις ελεεινολόγησις ελεεινότης ελεημονικώς ελευθεροστόμως ελευθέρως ελευθέρωσις έλευσις ελεφαντίασις ελεφαντόδους ελεφαντοστούν ελέφας ελμινθίασις έλξις έλπισις εμβαδομέτρησις εμβάθυνσις εμπιστευτικώς έμπνευσις εμπορείον εμπορικόν εμπορικότης εμπόριον εμποροπανήγυρις εμπότισις εμπράκτως εμπρηστικώς εμπροθέσμως εμφάνισις εμφαντικώς έμφασις εμφιάλωσις έμφραξις εμφύσησις εμφύτευσις εμφύτως εμψύχωσις εναγωνίως ενανθράκωσις ενανθρώπισις εναντιομόρφως εναντιότης εναντίως ενδιαμέσως ενδοθήλιον ενδοκάρδιον ενδοκαρδίτις ενδοκάρπιον ενδομήτριον ενδομύχως ενδόξως ενδοσκόπησις ενδοσκόπιον ενδοτικώς ενδυνάμωσις ένδυσις ενεδρευτικώς ενεργητικότης ενεργοποίησις ενεργώς ενεχυρίασις ενεχυροδανειστήριον ενέχυρον ενηλικίωσις ενηλικότης ενημερότης ενθάρρυνσις ενθαρρυντικώς ενθέρμως ένθεσις ενθουσίασις ενθουσιαστικώς ενθρόνισις ενθυλάκωσις ενθύμησις ενθύμιον ενιαίως ενίδρυσις ενίσχυσις ενισχυτικώς εννοιολογικώς εννόμως ενοικίασις ενοικιαστήριον ενοίκιον ενοικιοστάσιον ενόρασις ενορίτις ενορχήστρωσις ενότης ενούρησις ενσάρκωσις ένσημον ένστασις ένστικτον εντόπισις εντρύφησις εντύπωσις ενυδάτωσις ενυπογράφως ένωσις εξαγνιστικώς εξαγόρασις εξαγρίωσις εξαγωγικώς εξαεριστήρ εξαέρωσις εξαερωτήρ εξαθλίωσις εξαίρεσις εξαιρετικότης εξαιρετικώς εξαιρέτως εξαισίως εξακολούθησις εξακολουθητικώς εξάπλωσις εξαργύρωσις εξάρθρωσις έξαρσις εξάρτισις εξάρτυσις εξασθένησις εξασθενητικώς εξασθένισις εξάσκησις εξασφάλισις εξάτμισις εξατομίκευσις εξαΰλωσις εξαφάνισις εξαχθείς εξάχνωσις εξαχρείωσις εξημέρωσις εξιδανίκευσις εξίδρωσις εξιλέωσις εξισορρόπησις εξισωτικώς εξιχνίασις εξόγκωσις εξοίδησις εξοικείωσις εξοικονόμησις εξολόθρευσις εξολοθρευτικώς εξομάλισις εξομάλυνσις εξομοίωσις εξομοιωτικώς εξομολόγησις εξομολογητικώς εξόντωσις εξονύχισις εξονυχιστικώς εξόπλισις εξόργισις εξόρμησις εξόρυξις εξουδετέρωσις εξωδίκως εξώθησις ἐξωκκλήσιον εξωπραγματικώς εξωραϊστικώς εξωσυζυγικώς εξωτερίκευσις εξωτερικώς εορταστικώς επαγγελματικώς επαγγελτικώς επαγρύπνησις επαγωγικώς έπαθλον επαινετικώς επαινετώς επαισχύντως επακολούθησις επακόλουθον επαλήθευσις επαλλήλως ἔπαλξις επαναδίπλωσις επανάκτησις επανάληψις επανάστασις επαναστατικότης επαναστατικώς επαναστάτις επανασύνδεσις επάνδρωσις επανέκδοσις επανεμφάνισις επανεξέτασις επανίδρυσις επανόρθωσις επανωφόριον επαξίως επαργύρωσις έπαρσις επαρχείον επαρχιώτις έπαυλις επαύξησις επεισοδιακώς επεισόδιον επέκτασις επέλασις επέλευσις επέμβασις επένδυσις επεξηγηματικώς επεξήγησις επερώτησις επετηρίς επιβάρυνσις επιβαρυντικώς επιβεβαίωσις επιβεβαιωτικώς επιβήτωρ επιβίβασις επιβίωσις επίβλεψις επιβλητικότης επιβλητικώς επιβούλως επιβράβευσις επιβράδυνσις επίγνωσις επιγονατίς επιγραμματικώς επιδαψίλευσις επιδεικτικώς επιδείνωσις επίδειξις επιδεξιότης επιδεξίως επιδερμικώς επιδερμίς επίδεσις επιδιδυμίς επιδιδυμίτις επιδίκασις επιδιόρθωσις επιδιορθωτικώς επιδίωξις επιδοκιμαστικώς επίδοσις επιδότησις επίδρασις επιζήλως επιζημίως επιζήτησις επιθετικότης επιθετικώς επιθεώρησις επιθήλιον επιθυμητώς επικαιρότης επικάλυψις επικήρυξις επικινδύνως επικόλλησις επικουρικώς επικράτησις επικριτικώς επίκρουσις επικτήτως επικυριαρχικώς επικύρωσις επίκυψις επικώς επιλεκτικότης επίλυσις επιμετάλλωσις επιμέτρησις επιμηθεύς επιμήκυνσις επιμόλυνσις επιμόνως επιμόρφωσις επιμόχθως επίνευσις επινικέλωσις επινόησις επινοητικότης επινοητικώς επιπεφυκίτις επίπλευσις επίπληξις επίπλωσις επιπολαιότης επιπολαίως επιπόνως επίπτωσις επιρρηματικώς επισήμανσις επισημοποίησις επισημότης ἐπίσκεψις επισκόπησις επίσπευσις επίσταξις επιστάτις επίστεψις επιστημονικώς επιστράτευσις επισφράγισις επίσχεσις επισώρευσις επίταξις επίτασις επιτατικώς επιτάχυνσις επιταχυντικώς επιτέλεσις επίτευξις επιτηδείως επιτήδευσις επιτήρησις επιτίμησις επιτόμως επιτοπίως επιτρόπευσις επιφανειακώς επιφόβως επιφοίτησις επιφόρτισις επιφυλακτικότης επιφυλακτικώς επιφύλαξις επιφυλλίς επίφυσις επιφώνησις επιχάλκωσις επιχειρηματικότης επιχείρησις επιχορήγησις επίχρισις επιχρύσωσις επιχρωμίωσις επιχωμάτωσις επίψαυσις επιψήφισις εποίκησις εποίκισις εποικιστικώς εποικοδόμησις εποικοδομητικώς επονειδίστως επόπτευσις εποπτικώς επούλωσις επουλωτικώς επουρανίως επώασις επωδύνως επωμίς επωνύμως ερασιτέχνις ερασιτεχνιώς ερασμιότης εργαστήριον εργατικότης εργολαβικώς ερεθιστικότης ερείπωσις ερευνητικότης ερευνητικώς ερημικώς ερημίτις ερημόνησος ερήμωσις εριστικώς ερίφιον ερμητικότης ερμητικώς ερρύθμως ερυθρίασις ερυθρότης ερωταπόκρισις ερωτηματικώς ερώτησις ερωτικώς εστίασις εσωκλείστως εσωτερικότης εταιρικώς εταστικώς ετεροδημότις ετεροδόξως ετεροίωσις ετερότης ετοιμότης ετοίμως ευαισθητοποίησις ευαναγνώστως ευαρέστησις ευγενικώς ευγλώττως ευδιακρίτως ευδοκίμησις ευδοκίμως ευεργετικότης ευεργετικώς ευερεθιστότης εὔζωνος ευθραυστότης ευθυγράμμισις ευθυγράμμως ευθυμογραφικώς ευθύμως ευθύτης ευκάμπτως ευκαταφρονήτως ευκινήτως ευκοιλιότης ευκόλως ευκόσμως ευλαβητικώς ευλόγησις ευλογητικώς ευλυγίστως ευμεταβλήτως ευνοϊκώς ευοδούμαι ευόδωσις ευπαρουσιάστως ευπίστως ευπόρως ευπροσώπως εύρεσις ευρύθμως ευρύτης ευρωκοινοβούλιον ευρώπιον ευρώστως ευρωτίασις εύσημον ευσπλαγχνικώς ευστόχως ευστρόφως ευσυνειδήτως ευσυνόπτως ευσχήμως ευυπολήπτως ευφαντάστως ευφήμως ευφλέκτως ευφραντικώς ευφροσύνως ευχαρίστως ευχετικώς εφημέρως εφιαλτικώς εφίδρωσις εφιδρωτικώς εφόδιον εφορευτικώς εφόρμησις εχθρικώς

Υποκατηγορίες

Αυτή η κατηγορία έχει τις ακόλουθες 2 υποκατηγορίες, από 2 συνολικά.

Σελίδες στην κατηγορία "Λέξεις της καθαρεύουσας"

Αυτή η κατηγορία περιέχει τις ακόλουθες 200 σελίδες, από 2.754 συνολικά.

(προηγούμενη σελίδα) (επόμενη σελίδα)

Δ

(προηγούμενη σελίδα) (επόμενη σελίδα)