Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'γέρων' (αρχαία ελληνικά)

Από Βικιλεξικό
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
γεροντ-
ονομαστική ὁ γέρων οἱ γέροντες
      γενική τοῦ γέροντος τῶν γερόντων
      δοτική τῷ γέροντῐ τοῖς γέρουσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν γέροντᾰ τοὺς γέροντᾰς
     κλητική ὦ! γέρον γέροντες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γέροντε
γεν-δοτ τοῖν  γερόντοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'γέρων' όπως «γέρων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

3η κλίση - τριτόκλιτα ουσιαστικά οδοντικόληκτα με ντ σε -ων, γενική -οντος

ὁ γέρων, τοῦ γέροντος, ὦ γέρον!, οἱ γέροντες, τῶν γερόντων


Περισσότερα στο Παράρτημα

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'γέρων'}}