Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
Εμφάνιση
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | δρόμος | οἱ | δρόμοι |
| γενική | τοῦ | δρόμου | τῶν | δρόμων |
| δοτική | τῷ | δρόμῳ | τοῖς | δρόμοις |
| αιτιατική | τὸν | δρόμον | τοὺς | δρόμους |
| κλητική ὦ! | δρόμε | δρόμοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | δρόμω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | δρόμοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
2η κλίση - δευτερόκλιτα παροξύτονα ή προπερισπώμενα σε -ος με γενική -ου
- ὁ δρόμος, τοῦ δρόμου, οἱ δρόμοι, τῶν δρόμων
για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'δρόμος'}} |
Υποκατηγορίες
Αυτή η κατηγορία έχει τις ακόλουθες 28 υποκατηγορίες, από 28 συνολικά.
Σελίδες στην κατηγορία "Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)"
Αυτή η κατηγορία περιέχει τις ακόλουθες 200 σελίδες, από 469 συνολικά.
(προηγούμενη σελίδα) (επόμενη σελίδα)Α
Β
Γ
Δ
Ε
Θ
Κ
- καδίσκος
- κάδος
- κάκτος
- Καλλῖνος
- καμηλοκόμος
- κάμπος
- κανδιδᾶτος
- καρκίνος
- Καταναῖοι
- κάττος
- Κεβαλῖνος
- κέγχρος
- κέδρος
- κέρκος
- κῆπος
- κίλλος
- κιονίσκος
- κίσθος
- κλαδίσκος
- Κλάδος
- κλῆθρος
- κλῶνος
- κόλπος
- κόμπος
- κόπος
- κοπρολόγος
- κόπρος
- Κόπρος
- κόρος
- Κόρος
- κόσμος
- κοσμοφόρος
- κότος
- κόττος
- Κόττος
- κοῦρος
- Κρισπῖνος
- Κροῖσος