Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'κανών' (αρχαία ελληνικά)
Εμφάνιση
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| κανων- κανον- | |||||
| ονομαστική | ὁ | κανών | οἱ | κανόνες | |
| γενική | τοῦ | κανόνος | τῶν | κανόνων | |
| δοτική | τῷ | κανόνῐ | τοῖς | κανόσῐ(ν) | |
| αιτιατική | τὸν | κανόνᾰ | τοὺς | κανόνᾰς | |
| κλητική ὦ! | κανών | κανόνες | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κανόνε | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | κανόνοιν | |||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'κανών' όπως «κανών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
3η κλίση - τριτόκλιτα ενρινόληκτα οξύτονα ουσιαστικά σε -ών, γενική -όνος
- ὁ κανών, τοῦ κανώνος, οἱ κανόνες, τῶν κανόνων
για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'κανών'}} |
Υποκατηγορίες
Αυτή η κατηγορία έχει τις ακόλουθες 11 υποκατηγορίες, από 11 συνολικά.
Σελίδες στην κατηγορία "Ουσιαστικά με κλίση 'κανών' (αρχαία ελληνικά)"
Αυτή η κατηγορία περιέχει τις ακόλουθες 36 σελίδες, από 36 συνολικά.