Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)

Από Βικιλεξικό
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
κτηματ-
ονομαστική τὸ κτῆμᾰ τὰ κτήμᾰτᾰ
      γενική τοῦ κτήμᾰτος τῶν κτημᾰ́των
      δοτική τῷ κτήμᾰτῐ τοῖς κτήμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ κτῆμᾰ τὰ κτήμᾰτᾰ
     κλητική ὦ! κτῆμᾰ κτήμᾰτᾰ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κτήμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  κτημᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

3η κλίση - τριτόκλιτα ουδέτερα παροξύτονα ουσιαστικά οδοντικόληκτα σε -α, γενική -ατος

τὸ κτῆμα, τοῦ κτήματος, τὰ κτήματα, τῶν κτημάτων


Περισσότερα στο Παράρτημα

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'κτήμα'}}

Σελίδες στην κατηγορία "Ουσιαστικά με κλίση 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)"

Αυτή η κατηγορία περιέχει τις ακόλουθες 137 σελίδες, από 137 συνολικά.