Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κατημερτζόγλου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Κατημερτζόγλου οι Κατημερτζόγλοι
& Κατημερτζογλαίοι
οι Κατημερτζόγλου
      γενική του/της Κατημερτζόγλου των Κατημερτζόγλων
& Κατημερτζογλαίων
των Κατημερτζόγλου
    αιτιατική τον/την Κατημερτζόγλου τους Κατημερτζόγλους
& Κατημερτζογλαίους
τους/τις Κατημερτζόγλου
     κλητική Κατημερτζόγλου Κατημερτζόγλοι
& Κατημερτζογλαίοι
Κατημερτζόγλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κατημερτζόγλου < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κατημερτζόγλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]