Καφείβα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Καφείβα < γενική ενικού του αρσενικού Καφείβας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καφείβα θηλυκό (αρσενικό Καφείβας)
Καφείβα θηλυκό (αρσενικό Καφείβας)