Μετάβαση στο περιεχόμενο

Καψοχώρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Καψοχώρι τα Καψοχώρια
      γενική του Καψοχωρίου των Καψοχωρίων
    αιτιατική το Καψοχώρι τα Καψοχώρια
     κλητική Καψοχώρι Καψοχώρια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «μίλι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Καψοχώρι < κάψ(α) + -ο- + -χώρι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.psoˈxo.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Καψοχώρι

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Καψοχώρι ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]