Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κειριάδες

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι Κειριάδες
      γενική των Κειριάδων
    αιτιατική τους Κειριάδες
     κλητική Κειριάδες
Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κειριάδες < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική οἱ Κειριάδαι γενική: τῶν Κειριαδῶν.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ci.ɾiˈa.ðes/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κειριάδες

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κειριάδες αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

  • δήμος της αρχαίας Αθήνας  δείτε περισσότερα στο αρχαίο Κειριάδαι
    παράδειγμα  Υπάρχει στην Αθήνα, στα Κάτω Πετράλωνα, η οδός Κειριάδων, ή όπως στα αρχαία: η οδός Κειριαδών.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]