Κενενούνη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κενενούνη < γενική ενικού του αρσενικού Κενενούνης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κενενούνη θηλυκό (αρσενικό Κενενούνης)
Κενενούνη θηλυκό (αρσενικό Κενενούνης)