Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κερασοχώρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Κερασοχώρι τα Κερασοχώρια
      γενική του Κερασοχωρίου των Κερασοχωρίων
    αιτιατική το Κερασοχώρι τα Κερασοχώρια
     κλητική Κερασοχώρι Κερασοχώρια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «μίλι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κερασοχώρι < κεράσ(ι) + -ο- + -χώρι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ce.ɾa.soˈxo.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κερασοχώρι

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κερασοχώρι ουδέτερο

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. παλαιά συνοικία της Σμύρνης

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]