Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κερκέζος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κερκέζος < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κερκέζος αρσενικό (θηλυκό Κερκέζου)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]
  • Μάκρη & Λιβίσι Μ. Ασίας ο Τόπος & οι Άνθρωποι, Λυκία, Εταιρεία Ιστορικών Ερευνών «Λυκία», Εκδόσεις ΕΜΒΡΥΟ, 2019