Κεφαλοχώριον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | Κεφαλοχώριον | τὰ | Κεφαλοχώρια | ||||
| γενική | τοῦ | Κεφαλοχωρίου | τῶν | Κεφαλοχωρίων | ||||
| δοτική | τῷ | Κεφαλοχωρίῳ | τοῖς | Κεφαλοχωρίοις | ||||
| αιτιατική | τὸ | Κεφαλοχώριον | τὰ | Κεφαλοχώρια | ||||
| κλητική ὦ! | Κεφαλοχώριον | Κεφαλοχώρια | ||||||
| Συνήθως στον ενικό | ||||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κεφαλοχώριον < → δείτε τη λέξη Κεφαλοχώρι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ce.fa.loˈxo.ɾi.on/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Κε‐φα‐λο‐χώ‐ρι‐ον
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κεφαλοχώριον ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- → δείτε τη λέξη Κεφαλοχώρι