Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κιμωλιάτισσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Κιμωλιάτισσα οι Κιμωλιάτισσες
      γενική της Κιμωλιάτισσας των Κιμωλιατισσών
    αιτιατική την Κιμωλιάτισσα τις Κιμωλιάτισσες
     κλητική Κιμωλιάτισσα Κιμωλιάτισσες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κιμωλιάτισσα, θηλυκό του Κιμωλιάτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Κιμωλιάτισσα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]