Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κιρκάσιοι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι Κιρκάσιοι
      γενική των Κιρκάσιων
    αιτιατική τους Κιρκάσιους
     κλητική Κιρκάσιοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κιρκάσιοι < πληθυντικός αριθμός του Κιρκάσιος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ciɾˈka.si.i/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κιρκάσιοι

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κιρκάσιοι αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 195 Α, 31 Ιουλίου 1953

Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματος

[επεξεργασία]

Κιρκάσιοι αρσενικό