Κλακάλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κλακάλα < γενική ενικού του αρσενικού Κλακάλας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κλακάλα θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Κλακάλας)
Κλακάλα θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Κλακάλας)