Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κλειδέτι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Κλειδέτι τα Κλειδέτια
      γενική του Κλειδετίου των Κλειδετίων
    αιτιατική το Κλειδέτι τα Κλειδέτια
     κλητική Κλειδέτι Κλειδέτια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «μίλι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κλειδέτι < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kliˈðe.ti/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κλειδέτι

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κλειδέτι ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 179 Α, 30 Αυγούστου 1927