Κλειδίον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | Κλειδίον | τὰ | Κλειδία | ||||
| γενική | τοῦ | Κλειδίου | τῶν | Κλειδίων | ||||
| δοτική | τῷ | Κλειδίῳ | τοῖς | Κλειδίοις | ||||
| αιτιατική | τὸ | Κλειδίον | τὰ | Κλειδία | ||||
| κλητική ὦ! | Κλειδίον | Κλειδία | ||||||
| Συνήθως στον ενικό | ||||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «τέκνον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κλειδίον < → δείτε τη λέξη Κλειδί
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kliˈði.on/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Κλει‐δί}ον
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κλειδίον ουδέτερο