Κλειδαριάς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κλειδαριάς < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κλειδαριάς αρσενικό (θηλυκό Κλειδαριά)
Κλειδαριάς αρσενικό (θηλυκό Κλειδαριά)