Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κνωσός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κνωσός < αρχαία ελληνική Κνωσός < αβέβαιης ετυμολογίας. Δείτε την μυκηναϊκή 𐀒𐀜𐀰 (ko-no-so)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /knoˈsos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κνωσός

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κνωσός θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Κνωσός
      γενική τῆς Κνωσοῦ
      δοτική τῇ Κνωσ
    αιτιατική τὴν Κνωσόν
     κλητική ! Κνωσέ
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ὁδός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κνωσός < αβέβαιης ετυμολογίας. Δείτε την μυκηναϊκή 𐀒𐀜𐀰 (ko-no-so)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κνωσός, -ου θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]