Κοίμηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Κοίμηση | ||
| γενική | της | Κοίμησης* | ||
| αιτιατική | την | Κοίμηση | ||
| κλητική | Κοίμηση | |||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, Κοιμήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κοίμηση < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κοίμηση θηλυκό, μόνο στον ενικό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Κοίμηση
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες - τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Οικισμοί της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Οικισμοί (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Ακτές της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Ακτές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)