Κογκέζου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κογκέζου < γενική ενικού του αρσενικού Κογκέζος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κογκέζου θηλυκό (αρσενικό Κογκέζος)
Κογκέζου θηλυκό (αρσενικό Κογκέζος)