Κοκός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κόκος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Κοκός οι Κοκοί
      γενική του Κοκού των Κοκών
    αιτιατική τον Κοκό τους Κοκούς
     κλητική Κοκέ Κοκοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Κοκός < χαϊδευτικό του Κωνσταντίνος

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Κοκός αρσενικό

  1. (χαϊδευτικό) ο Κωνσταντίνος
    ※  O βουλευτής Τρικάλων Κοκός Χατζηπέτρος, με αφορμή κάποια αγόρευση στη Βουλή, έβρισε τον υπουργό Σπύρο Στάη, προσβάλλοντας την οικογένειά του
    mixanitouxronou.gr «Ο Έλληνας υπουργός που σκότωσε σε μονομαχία έναν μύωπα βουλευτή, μετά από τσακωμό στη Βουλή»]· πρόσβαση: 2020-06-08.
    ※  Ο Κωνσταντίνος (Κοκός) Χατζηπέτρος (1862-1904) ήταν Έλληνας πολιτικός (Κωνσταντίνος Χατζηπέτρος στη Βικιπαίδεια)
  2. (ειδικότερα) (μειωτικό) παρωνύμιο του πρώην βασιλιά (1964-1973) της Ελλάδας Κωνσταντίνου Β΄
    ※  Συμπεριφορές [της βασίλισσας Φρειδερίκης] που απογειώθηκαν από τις αρχές του 1964, όταν ο γιος της Κωνσταντίνος (γνωστός και ως Κοκός), άβουλος λιμοκοντόρος, «άθυρμα στα χέρια της μητέρας του» κατά τον Ανδρέα Παπανδρέου, ανέλαβε να υποδυθεί τον βασιλιά
    Ηλίας Νικολακόπουλος (2016) άρθρο «Πορεία μουλαριών, επικεφαλής οι Βασιλείς], amna.gr Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ)]] (2 Δεκεμβρίου 2016)· πρόσβαση: 2020-06-09.