Κομπόγιωργα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κομπόγιωργα < γενική ενικού του αρσενικού Κομπόγιωργας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κομπόγιωργα θηλυκό (αρσενικό Κομπόγιωργας)
Κομπόγιωργα θηλυκό (αρσενικό Κομπόγιωργας)