Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κοντάκος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Κοντάκος οι Κοντάκοι
      γενική του Κοντάκου των Κοντάκων
    αιτιατική τον Κοντάκο τους Κοντάκους
     κλητική Κοντάκο Κοντάκοι
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Δημητράκος (κλίση: υπνάκος)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κοντάκος < + -άκος  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κοντάκος αρσενικό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]