Κοντρολόζου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κοντρολόζου < γενική ενικού του αρσενικού Κοντρολόζος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κοντρολόζου θηλυκό (αρσενικό Κοντρολόζος)
Κοντρολόζου θηλυκό (αρσενικό Κοντρολόζος)