Κοπεγχάγη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Κοπεγχάγη
      γενική της Κοπεγχάγης
    αιτιατική την Κοπεγχάγη
     κλητική Κοπεγχάγη
όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Κοπεγχάγη < γερμανική Köpenhagen < δανική København < παλαιά νορβηγική Kaupmannahǫfn (το λιμάνι των εμπόρων)[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.pɛŋˈxa.ʝi/
συλλαβισμός: Κο‐πεγ‐χά‐γη

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Κοπεγχάγη θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.