Κορνουάλη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Κορνουάλη | ||
| γενική | της | Κορνουάλης | ||
| αιτιατική | την | Κορνουάλη | ||
| κλητική | Κορνουάλη | |||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κορνουάλη < αγγλική Cornwall < πρωτοκελτική *kornu (κέρας) + αγγλοσαξονική wealh (ξένος, άγνωστος) < πρωτογερμανική *walhaz

Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κορνουάλη θηλυκό
- κομητεία της Αγγλίας στο νοτιοδυτικό άκρο της, γνωστή για το κέλτικό της παρελθόν, το ήπιο κλίμα και το εντυπωσιακό παράκτιο τοπίο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Κορνουάλη στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοκελτική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλοσαξονικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτογερμανική (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Κομητείες της Αγγλίας (νέα ελληνικά)
- Κομητείες (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Αγγλίας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Κομητείες της Μεγάλης Βρετανίας (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)