Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κορφοί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι Κορφοί
      γενική των Κορφών
    αιτιατική τους Κορφούς
     κλητική Κορφοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κορφοί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Κορφοί

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /korˈfi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κορφοί

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κορφοί αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κορφοί < μεσαιωνική ελληνική Κορυφώ[1][2] < αρχαία ελληνική κορυφή

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κορφοί αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

  • νησί της Ελλάδας, η Κέρκυρα
      14ος αιώνας, ανωνύμου, Χρονικόν του Μορέως, Επιμελητής:Schmitt, 1904, Κώδικες H & P στις σελίδες 148+149
    • έκδ.2015, σελ.148, κώδικας Κοπεγχάγης (Havniensis)
      καὶ ὥρισε τὸν κόμιτα, τοῦ κατέργου τὸν κύρην,
      εἰς τοὺς Κορφοὺς διαβαίνοντα ἐκεῖ νὰ τὸν ἀφήκουν.
      Λοιπὸν ὠσὰν σὲ τὸ λαλῶ ἐγένετον τὸ πρᾶγμα·
      κι ὡς τὸ ἤφερεν τὸ κάτεργον εἰς τοῦ Κορφοῦ τὸ κάστρον, []
    • έκδ.2015, σελ.149, Παρισινός κώδικας (Parisinus)
      καὶ ὥρισε τὸν κόμην του, τὸν κύρη τοῦ κατέργου,
      εἰς τοὺς Κορφοὺς διαβαίνοντα ἐκεῖ νὰ τὸν ἀφήσουν.
      Λοιπὸν ὠσὰ σὲ τὸ λαλῶ ἐγίνετον τὸ πρᾶγμα·
      κι ὡς τὸ ἔφτασεν τὸ κάτεργον εἰς τῶν Κορφῶν τὸ κάστρο, []

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998), λήμμα: Κέρκυρα
  2. Εμμανουήλ Κριαράς, Ελισαίος Γιανίδης, ο Νηφάλιος, Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 67, σημείωση 186