Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κορώνιας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Κορώνιας οι Κορώνιες
& Κορωνιέηδες
      γενική του Κορώνια των
Κορωνιέηδων
    αιτιατική τον Κορώνια τους Κορώνιες
& Κορωνιέηδες
     κλητική Κορώνια Κορώνιες
& Κορωνιέηδες
Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη.
Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι.
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κορώνιας < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κορώνιας αρσενικό (θηλυκό Κορώνια)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]