Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κουνουπίτσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Κουνουπίτσα οι Κουνουπίτσες
      γενική της Κουνουπίτσας
    αιτιατική την Κουνουπίτσα τις Κουνουπίτσες
     κλητική Κουνουπίτσα Κουνουπίτσες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κουνουπίτσα < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ku.nuˈpi.t͡sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κουνουπίτσα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κουνουπίτσα θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]