Κουνουπίτσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Κουνουπίτσα | οι | Κουνουπίτσες |
| γενική | της | Κουνουπίτσας | — | |
| αιτιατική | την | Κουνουπίτσα | τις | Κουνουπίτσες |
| κλητική | Κουνουπίτσα | Κουνουπίτσες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. Συνήθως στον ενικό | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κουνουπίτσα < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ku.nuˈpi.t͡sa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Κου‐νου‐πί‐τσα
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κουνουπίτσα θηλυκό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Κουνουπίτσα
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Οικισμοί της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Οικισμοί (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)