Κουρέλιας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Κουρέλιας | οι | Κουρέλιες & Κουρελιέηδες |
| γενική | του | Κουρέλια | των | — Κουρελιέηδων |
| αιτιατική | τον | Κουρέλια | τους | Κουρέλιες & Κουρελιέηδες |
| κλητική | Κουρέλια | Κουρέλιες & Κουρελιέηδες | ||
| Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη. Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κουρέλιας < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κουρέλιας αρσενικό