Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κουτσουλιάνικα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Κουτσουλιάνικα
      γενική των Κουτσουλιάνικων
    αιτιατική τα Κουτσουλιάνικα
     κλητική Κουτσουλιάνικα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κουτσουλιάνικα < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ku.t͡suˈʎa.ni.ka/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κουτσουλιάνικα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κουτσουλιάνικα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 273 Α, 11 Αυγούστου 1915