Κούτζιανα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Κούτζιανα
      γενική των Κούτζιανων
    αιτιατική τα Κούτζιανα
     κλητική Κούτζιανα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Κούτζιανα < σλαβική кућама / kȕćama, δοτική πληθυντικού τού кућа / kuća (σπίτι) < πρωτοσλαβική *kǫťa (σπίτι)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Κούτζιανα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]