Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κούτσουρον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ Κούτσουρον τὰ Κούτσουρα
      γενική τοῦ Κουτσούρου τῶν Κουτσούρων
      δοτική τῷ Κουτσούρ τοῖς Κουτσούροις
    αιτιατική τὸ Κούτσουρον τὰ Κούτσουρα
     κλητική ! Κούτσουρον Κούτσουρα
Συνήθως στον ενικό
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κούτσουρον <  δείτε τη λέξη Κούτσουρο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈku.t͡su.ɾon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κούτσουρον

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κούτσουρον ουδέτερο