Κούτσουρον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | Κούτσουρον | τὰ | Κούτσουρα | ||||
| γενική | τοῦ | Κουτσούρου | τῶν | Κουτσούρων | ||||
| δοτική | τῷ | Κουτσούρῳ | τοῖς | Κουτσούροις | ||||
| αιτιατική | τὸ | Κούτσουρον | τὰ | Κούτσουρα | ||||
| κλητική ὦ! | Κούτσουρον | Κούτσουρα | ||||||
| Συνήθως στον ενικό | ||||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κούτσουρον < → δείτε τη λέξη Κούτσουρο
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈku.t͡su.ɾon/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Κού‐τσου‐ρον
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κούτσουρον ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- → δείτε τη λέξη Κούτσουρο